Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unequal
01
άνισος
not the same in size, quantity, quality, or value
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unequal
συγκριτικός βαθμός
more unequal
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The distribution of resources was unequal among the participants.
Η κατανομή των πόρων ήταν άνιση μεταξύ των συμμετεχόντων.
02
άνισος, ανεπαρκής
lacking the requisite qualities or resources to meet a task
Λεξικό Δέντρο
unequal
equal
equ



























