Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unenergetically
01
χωρίς ενέργεια, νωθρά
in a way that shows little or no energy, enthusiasm, or activity
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He stirred the soup unenergetically, lost in thought.
Ανακάτεψε την σούπα χωρίς ενέργεια, χαμένος στις σκέψεις του.
Λεξικό Δέντρο
unenergetically
energetically
energetic



























