Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unendurable
01
ανυπόφορος, αφόρητος
incapable of being sustained, endured, or tolerated over time due to its extreme nature or intensity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unendurable
συγκριτικός βαθμός
more unendurable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unendurable uncertainty about the future created anxiety among the employees.
Η ανυπόφορη αβεβαιότητα για το μέλλον δημιούργησε άγχος μεταξύ των εργαζομένων.
Λεξικό Δέντρο
unendurable
endurable
durable
dur



























