unembellished
Pronunciation
/ʌnɛmbˈɛlɪʃt/

Ορισμός και σημασία του "unembellished"στα αγγλικά

unembellished
01

απλός, αδιακόσμητος

lacking decoration or elaborate features, presented in a simple and straightforward manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unembellished
συγκριτικός βαθμός
more unembellished
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist 's unembellished approach to painting highlighted the raw beauty of everyday scenes.
Η απερίτμητη προσέγγιση του καλλιτέχνη στη ζωγραφία τόνωσε την ακατέργαστη ομορφιά των καθημερινών σκηνών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store