Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unembellished
01
απλός, αδιακόσμητος
lacking decoration or elaborate features, presented in a simple and straightforward manner
Παραδείγματα
The artist 's unembellished approach to painting highlighted the raw beauty of everyday scenes.
Η απερίτμητη προσέγγιση του καλλιτέχνη στη ζωγραφία τόνωσε την ακατέργαστη ομορφιά των καθημερινών σκηνών.



























