unduly
un
ʌn
an
du
ˈdju:
dyoo
ly
li
li
unruly

Ορισμός και σημασία του "unduly"στα αγγλικά

01

υπερβολικά, αδικαιολόγητα

to a greater extent than is reasonable or acceptable 
unduly definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
επίρρημα βαθμού
Παραδείγματα
She was unduly concerned about a minor issue. 

Ανησυχούσε υπερβολικά για ένα μικρό ζήτημα.

02

αδικαιολόγητα, υπερβολικά

in a way that is improper, unfair, or without sufficient cause 
Παραδείγματα
The manager was unduly critical of her team's performance. 

Ο διαχειριστής ήταν αδίκως επικριτικός για την απόδοση της ομάδας του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

unduly
duly
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store