undisputable
Pronunciation
/ʌndɪspjˈuːɾəbəl/

Ορισμός και σημασία του "undisputable"στα αγγλικά

undisputable
01

αδιαμφισβήτητος, αναντίρρητος

impossible to argue against or deny
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undisputable
συγκριτικός βαθμός
more undisputable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The undeniable strength of her argument made it undisputable in the debate.
Η αναμφισβήτητη δύναμη του επιχειρήματός της το έκανε αδιαμφισβήτητο στη συζήτηση.

Λεξικό Δέντρο

undisputable
disputable
dispute
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store