Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undiscovered
01
ανεξερεύνητος, ανακαλυφθείς
not yet found, revealed, or identified
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undiscovered
συγκριτικός βαθμός
more undiscovered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cave remains undiscovered, despite numerous explorations.
Το σπήλαιο παραμένει ανακαλύπτετο, παρά τις πολλές εξερευνήσεις.
02
ανακαλύφθηκε, άγνωστος
not yet discovered
Λεξικό Δέντρο
undiscovered
discovered
covered
cover



























