Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to understate
01
ελαχιστοποιώ, υποτιμώ
to minimize the significance of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
understate
γ΄ ενικό πρόσωπο
understates
ενεστώτα μετοχή
understating
απλός αόριστος
understated
παθητική μετοχή
understated
Παραδείγματα
He's modest and tends to understate his own achievements.
Είναι σεμνός και τείνει να υποτιμά τις δικές του επιτυχίες.
Λεξικό Δέντρο
understate
state



























