Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underlie
01
υποκείμαι, αποτελώ τη βάση
to serve as the foundation or primary cause for something
Transitive: to underlie an abstract entity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
underlie
γ΄ ενικό πρόσωπο
underlies
ενεστώτα μετοχή
underlying
απλός αόριστος
underlay
παθητική μετοχή
underlain
Παραδείγματα
Cultural traditions underlie many of the festivals and celebrations we see around the world.
Οι πολιτιστικές παραδόσεις υποκείνται σε πολλές από τις γιορτές και τις εορτές που βλέπουμε σε όλο τον κόσμο.
02
υποκείμαι, βρίσκομαι κάτω από
to be positioned below or beneath something
Transitive: to underlie a physical entity
Παραδείγματα
Coral reefs underlie the clear blue waters, home to a diverse marine ecosystem.
Τα κοραλλιογενή ύφαλα υποκείνται στα καθαρά γαλάζια νερά, σπίτι σε ένα ποικίλο θαλάσσιο οικοσύστημα.
Λεξικό Δέντρο
underlie
lie



























