Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to underlie
01
υποκείμαι, αποτελώ τη βάση
to serve as the foundation or primary cause for something
Transitive: to underlie an abstract entity
Παραδείγματα
Economic factors underlie the recent fluctuations in the stock market.
Οικονομικοί παράγοντες υποκείνται στις πρόσφατες διακυμάνσεις της χρηματιστηριακής αγοράς.
02
υποκείμαι, βρίσκομαι κάτω από
to be positioned below or beneath something
Transitive: to underlie a physical entity
Παραδείγματα
Layers of ash underlie the soil, evidence of ancient volcanic activity.
Στρώματα τέφρας υπάρχουν κάτω από το έδαφος, απόδειξη αρχαίας ηφαιστειακής δραστηριότητας.
Λεξικό Δέντρο
underlie
lie



























