to underlie
Pronunciation
/ˌəndɝˈɫaɪ/

Ορισμός και σημασία του "underlie"στα αγγλικά

to underlie
01

υποκείμαι, αποτελώ τη βάση

to serve as the foundation or primary cause for something
Transitive: to underlie an abstract entity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
underlie
γ΄ ενικό πρόσωπο
underlies
ενεστώτα μετοχή
underlying
απλός αόριστος
underlay
παθητική μετοχή
underlain
Παραδείγματα
Economic factors underlie the recent fluctuations in the stock market.
Οικονομικοί παράγοντες υποκείνται στις πρόσφατες διακυμάνσεις της χρηματιστηριακής αγοράς.
02

υποκείμαι, βρίσκομαι κάτω από

to be positioned below or beneath something
Transitive: to underlie a physical entity
Παραδείγματα
Layers of ash underlie the soil, evidence of ancient volcanic activity.
Στρώματα τέφρας υπάρχουν κάτω από το έδαφος, απόδειξη αρχαίας ηφαιστειακής δραστηριότητας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store