undefeated
un
ˌʌn
αν
de
ντι
fea
ˈfi:
φι
ted
tɪd
τιντ
undefendedunderrated

Ορισμός και σημασία του "undefeated"στα αγγλικά

undefeated
01

αήττητος, ανίκητος

not having been defeated or overcome 
undefeated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undefeated
συγκριτικός βαθμός
more undefeated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
competition, achievement, status
Παραδείγματα
The boxer retired undefeated, having won all of his matches. 

Ο πυγμάχος αποσύρθηκε αήττητος, έχοντας κερδίσει όλους τους αγώνες του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

undefeated
defeated
defeat
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store