Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undefeated
01
αήττητος, ανίκητος
not having been defeated or overcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undefeated
συγκριτικός βαθμός
more undefeated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
competition, achievement, status
Παραδείγματα
The boxer retired undefeated, having won all of his matches.
Ο πυγμάχος αποσύρθηκε αήττητος, έχοντας κερδίσει όλους τους αγώνες του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undefeated
defeated
defeat



























