Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undefeated
01
αήττητος, ανίκητος
not having been defeated or overcome
Παραδείγματα
The student remained undefeated in spelling bees, winning every competition.
Ο μαθητής παρέμεινε αήττητος σε διαγωνισμούς ορθογραφίας, κερδίζοντας κάθε διαγωνισμό.
Λεξικό Δέντρο
undefeated
defeated
defeat



























