Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
undeclared
01
αδήλωτος, μη παραδεκτός
not publicly stated or admitted
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most undeclared
συγκριτικός βαθμός
more undeclared
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
status, information, law
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
undeclared
declared
declare



























