Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unctuous
01
λαδερός, κολακευτικός
characterized by excessive ingratiation or flattery, often in a way that seems insincere or manipulative
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unctuous
συγκριτικός βαθμός
more unctuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His unctuous compliments made her question his genuine intentions.
Τα κολακευτικά του κομπλιμέντα την έκαναν να αμφισβητήσει τις πραγματικές του προθέσεις.
Λεξικό Δέντρο
unctuously
unctuousness
unctuous



























