Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncultivated
01
ακαλλιέργητος, αγροίκος
(of land or fields) not prepared for raising crops
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncultivated
συγκριτικός βαθμός
more uncultivated
διαβαθμίσιμο
02
αγροίκος, ακαλλιέργητος
characteristic of a person who is not cultivated or does not have intellectual tastes
03
αγροίκος, αμόρφωτος
(of persons) lacking art or knowledge
Λεξικό Δέντρο
uncultivated
cultivated
cultivate
culture



























