Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncreative
01
μη δημιουργικός, χωρίς φαντασία
producing ideas or work that are not new or interesting due to a lack of imagination or originality
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncreative
συγκριτικός βαθμός
more uncreative
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
creativity, cognition, evaluation
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
uncreative
creative
create



























