Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unconsciously
01
ασυνείδητα, χωρίς να το καταλάβει
without intending to or being aware of it
Παραδείγματα
He smiled unconsciously at the memory, not realizing he'd done it.
Χαμογέλασε ασυνείδητα στη μνήμη, χωρίς να συνειδητοποιήσει ότι το είχε κάνει.
1.1
ασυνείδητα, χωρίς να το αντιλαμβάνεται
at a mental level beneath active awareness
Παραδείγματα
Artists often work unconsciously, letting intuition shape their creations.
Οι καλλιτέχνες συχνά εργάζονται ασυνείδητα, αφήνοντας τη διαίσθηση να διαμορφώσει τις δημιουργίες τους.
Λεξικό Δέντρο
unconsciously
consciously
conscious



























