Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unconditional
01
ανεπιφύλακτος
not conditional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
support, commitment, agreement
02
ανεπιφύλακτος, απόλυτος
not contingent; not determined or influenced by someone or something else
03
ανεπιφύλακτος
not modified or restricted by reservations
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unconditional
conditional
condition
cond



























