Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncomplicated
01
απλός, εύκολος στην κατανόηση
clear and easy to understand
02
απλός, χωρίς πολυπλοκότητες
free from complexity or difficulty
Παραδείγματα
Their relationship was uncomplicated, based on honesty and mutual respect.
Η σχέση τους ήταν απλή, βασισμένη στην ειλικρίνεια και τον αμοιβαίο σεβασμό.
Λεξικό Δέντρο
uncomplicated
complicated
complicate



























