uncomplicated
un
ˌʌn
an
comp
ˈkɒmp
komp
li
li
ca
keɪ
kei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "uncomplicated"στα αγγλικά

uncomplicated
01

απλός, εύκολος στην κατανόηση

clear and easy to understand 
uncomplicated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncomplicated
συγκριτικός βαθμός
more uncomplicated
διαβαθμίσιμο
02

απλός, χωρίς πολυπλοκότητες

free from complexity or difficulty 
Παραδείγματα
The layout of the house was practical and uncomplicated, with open spaces and clean lines. 

Η διάταξη του σπιτιού ήταν πρακτική και απλή, με ανοιχτούς χώρους και καθαρές γραμμές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store