Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncompleted
01
ανολοκλήρωτος, μη ολοκληρωμένος
not yet finished
02
ανολοκλήρωτο, δεν πιάστηκε
not caught or not caught within bounds
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncompleted
συγκριτικός βαθμός
more uncompleted
διαβαθμίσιμο
03
ανολοκλήρωτο, μη ολοκληρωμένο
a diagnostic procedure to detect breast tumors by the use of X rays
Λεξικό Δέντρο
uncompleted
completed
complete



























