Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncomely
01
απρεπής, απρεπής
not conforming to accepted standards of propriety or decency
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncomely
συγκριτικός βαθμός
more uncomely
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The politician's uncomely gestures drew criticism from the press.
Οι απρεπείς χειρονομίες του πολιτικού προκάλεσαν κριτική από τον τύπο.
02
άσχημος, αποκρουστικός
unattractive or lacking in beauty or grace
Disapproving
Formal
Παραδείγματα
Despite his uncomely appearance, he had a charm and charisma that drew people to him.
Παρά την άσχημη εμφάνισή του, είχε γοητεία και χάρισμα που έλκυαν τους ανθρώπους.
Λεξικό Δέντρο
uncomely
comely
comel



























