uncharted
Pronunciation
/ənˈtʃɑɹtɪd/

Ορισμός και σημασία του "uncharted"στα αγγλικά

01

ανεξερεύνητος, μη χαρτογραφημένος

not mapped, explored, or documented
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncharted
συγκριτικός βαθμός
more uncharted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The uncharted regions of space present endless possibilities for exploration.
Οι ανεξερεύνητες περιοχές του διαστήματος παρουσιάζουν ατελείωτες δυνατότητες εξερεύνησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store