uncharted
un
ʌn
an
char
ˈʧɑ:
chaa
ted
tɪd
tid
unchargedunchaineduncharteredunchanged

Ορισμός και σημασία του "uncharted"στα αγγλικά

01

ανεξερεύνητος, μη χαρτογραφημένος

not mapped, explored, or documented 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncharted
συγκριτικός βαθμός
more uncharted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The adventurers set off into uncharted territory, eager to explore new lands. 

Οι τυχοδιώκτες ξεκίνησαν για αχαρτογράφητη επικράτεια, πρόθυμοι να εξερευνήσουν νέες γαίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store