uncharted
un
ən
αν
char
ˈʧɑr
τσαρ
ted
tɪd
τιντ
British pronunciation
/ʌnt‍ʃˈɑːtɪd/

Ορισμός και σημασία του "uncharted"στα αγγλικά

01

ανεξερεύνητος, μη χαρτογραφημένος

not mapped, explored, or documented
example
Παραδείγματα
The uncharted regions of space present endless possibilities for exploration.
Οι ανεξερεύνητες περιοχές του διαστήματος παρουσιάζουν ατελείωτες δυνατότητες εξερεύνησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store