Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to unchain
01
ξεαλυσοδένω, ελευθερώνω
to release someone or something from being physically bound
Transitive: to unchain a person or animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
unchain
γ΄ ενικό πρόσωπο
unchains
ενεστώτα μετοχή
unchaining
απλός αόριστος
unchained
παθητική μετοχή
unchained
Παραδείγματα
The hero decided to unchain the captive from the dungeon.
Ο ήρωας αποφάσισε να απελευθερώσει τον αιχμάλωτο από το μπουντρούμι.
02
απαγκιστρώνω, απελευθερώνω από αλυσίδες
to take off or remove chains from something or someone
Transitive: to unchain sth
Παραδείγματα
He unchained the bike from the fence before riding off.
Ξεκλείδωσε το ποδήλατο από το φράχτη πριν φύγει.
Λεξικό Δέντρο
unchain
chain



























