Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncertain
01
αβέβαιος, διστακτικός
(of a person) showing a lack of confidence and having doubts about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncertain
συγκριτικός βαθμός
more uncertain
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was uncertain about which job offer to accept, as both had their advantages.
Ήταν αβέβαιη για το ποια προσφορά εργασίας να δεχτεί, καθώς και οι δύο είχαν τα πλεονεκτήματά τους.
02
αβέβαιος, αποφασιστικός
not definitively known or decided
Παραδείγματα
The outcome of the negotiations remains uncertain as both parties are still in disagreement.
Το αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων παραμένει αβέβαιο καθώς και οι δύο πλευρές εξακολουθούν να διαφωνούν.
Λεξικό Δέντρο
uncertainness
uncertain
certain



























