Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
uncertain
01
αβέβαιος, διστακτικός
(of a person) showing a lack of confidence and having doubts about something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most uncertain
συγκριτικός βαθμός
more uncertain
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They felt uncertain about investing in the new venture without a detailed business plan.
Αισθάνθηκαν αβέβαιοι σχετικά με την επένδυση στη νέα επιχείρηση χωρίς λεπτομερές επιχειρηματικό σχέδιο.
02
αβέβαιος, αποφασιστικός
not definitively known or decided
Παραδείγματα
The date of the event is uncertain due to potential scheduling conflicts.
Η ημερομηνία της εκδήλωσης είναι αβέβαιη λόγω πιθανών συγκρούσεων προγραμματισμού.
Λεξικό Δέντρο
uncertainness
uncertain
certain



























