Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unceasingly
01
αδιάκοπα, χωρίς σταματημό
continuously without stopping
Παραδείγματα
The wind blew unceasingly across the desert, kicking up clouds of dust.
Ο άνεμος φυσούσε αδιάκοπα μέσα από την έρημο, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης.
Λεξικό Δέντρο
unceasingly
unceasing
cease



























