unattractive
Pronunciation
/ˌʌnəˈtræktɪv/

Ορισμός και σημασία του "unattractive"στα αγγλικά

unattractive
01

μη ελκυστικός, άσχημος

not pleasing to the eye
unattractive definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unattractive
συγκριτικός βαθμός
more unattractive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The unattractive design of the website deterred visitors from exploring further.
Το μη ελκυστικό σχέδιο της ιστοσελίδας απέτρεψε τους επισκέπτες από την περαιτέρω εξερεύνηση.
02

μη ελκυστικός, μη ενδιαφέρων

lacking power to arouse interest
03

μη ελκυστικός, αισθητικά δυσάρεστος

not appealing to the senses

Λεξικό Δέντρο

unattractive
attractive
attract
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store