unattached
un
ˌʌn
an
a
ə
ē
ttached
ˈtæʧt
tācht
unattained

Ορισμός και σημασία του "unattached"στα αγγλικά

unattached
01

αποσυνδεδεμένος, μη προσαρτημένος

not fastened together 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unattached
συγκριτικός βαθμός
more unattached
διαβαθμίσιμο
02

ελεύθερος, ανύπαντρος

not currently involved in a romantic or committed relationship 
Παραδείγματα
After her breakup, she was happily unattached and enjoying her independence. 

Μετά το χωρισμό της, ήταν ευτυχώς αδέσμευτη και απολάμβανε την ανεξαρτησία της.

03

ελεύθερος, μη προσαρτημένος

(of animals) able to swim about; not attached 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store