Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unattached
01
αποσυνδεδεμένος, μη προσαρτημένος
not fastened together
02
ελεύθερος, ανύπαντρος
not currently involved in a romantic or committed relationship
Παραδείγματα
Being unattached allowed him the freedom to travel and explore without obligations.
Το να είναι ανεξάρτητος του έδωσε την ελευθερία να ταξιδεύει και να εξερευνά χωρίς υποχρεώσεις.
03
ελεύθερος, μη προσαρτημένος
(of animals) able to swim about; not attached
Λεξικό Δέντρο
unattached
attached
attach



























