Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unassailable
01
αδιαμφισβήτητος, ανέπαφος
so flawless that cannot be questioned or denied
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unassailable
συγκριτικός βαθμός
more unassailable
διαβαθμίσιμο
02
απρόσβλητος, απροσπέλαστος
without the potential of getting attacked
03
απροσβλήτιστος, αδιαμφισβήτητος
not capable of being criticized, attacked, or doubted
Παραδείγματα
The fort ’s design was considered unassailable, with its defenses surpassing modern standards.
Ο σχεδιασμός του φρουρίου θεωρήθηκε απρόσβλητος, με άμυνες που ξεπέρασαν τα σύγχρονα πρότυπα.
Λεξικό Δέντρο
unassailably
unassailable
assailable
assail



























