Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
unassailable
01
αδιαμφισβήτητος, ανέπαφος
so flawless that cannot be questioned or denied
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unassailable
συγκριτικός βαθμός
more unassailable
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
argument, position, logic
02
απρόσβλητος, απροσπέλαστος
without the potential of getting attacked
03
απροσβλήτιστος, αδιαμφισβήτητος
not capable of being criticized, attacked, or doubted
Παραδείγματα
The defense attorney presented an unassailable case, leaving no room for doubt.
Ο δικηγόρος υπεράσπισης παρουσίασε μια απρόσβλητη υπόθεση, χωρίς να αφήσει περιθώριο αμφιβολίας.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unassailably
unassailable
assailable
assail



























