Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Unabridged
01
πλήρης λεξικό, λεξικό χωρίς συντομογραφίες
a dictionary that has not been shortened by the omitting terms or definitions; a comprehensive dictionary
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
unabridgeds
unabridged
01
ασύμπτυκτος, πλήρης
not shortened or simplified and containing all original content or text
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most unabridged
συγκριτικός βαθμός
more unabridged
διαβαθμίσιμο



























