Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to twinge
01
τσιμπώ, σφίγγω
squeeze tightly between the fingers
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twinge
γ΄ ενικό πρόσωπο
twinges
ενεστώτα μετοχή
twinging
απλός αόριστος
twinged
παθητική μετοχή
twinged
02
προκαλώ έντονο πόνο, προξενώ τσούξιμο
cause a stinging pain
03
νιώθω έναν ξαφνικό, οξύ πόνο
feel a sudden sharp, local pain
Twinge
01
σουβλιά, τύψη
an unexpected and quick feeling of a particular emotion, often a negative one
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twinges
Παραδείγματα
When she accidentally stepped on her dog's tail, she felt a twinge of sorrow at causing him pain.
Όταν πατήθηκε κατά λάθος στην ουρά του σκύλου της, ένιωσε μια αιφνίδια σπασμωδική οδύνη θλίψης για τον πόνο που του προκάλεσε.
02
σύντομος πόνος, αίσθημα πόνου
a brief, intense sensation of discomfort or pain in a specific area of the body
Παραδείγματα
A twinge in her knee reminded her of the old injury.
Ένας πόνος στο γόνατό της της θύμισε το παλιό τραυματισμό.



























