twang
twang
twæng
tvāng
alongwrongbongstrong

Ορισμός και σημασία του "twang"στα αγγλικά

01

ρινική προφορά, ρινικός τόνος

a distinct nasal quality in speech, often associated with certain regional accents or dialects 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
twangs
Παραδείγματα
His Southern twang was noticeable in every word he spoke. 

Η νοτιώτικη προφορά του ήταν αισθητή σε κάθε λέξη που έλεγε.

02

ηχηρή δονητική ηχώ, ηχηρή δόνηση

a sharp vibrating sound (as of a plucked string) 
to twang
01

προφέρω με ρινικό τόνο, μιλώ με ρινική απόχρωση

pronounce with a nasal twang 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
twang
γ΄ ενικό πρόσωπο
twangs
ενεστώτα μετοχή
twanging
απλός αόριστος
twanged
παθητική μετοχή
twanged
02

τσιμπώ, τραβώ

pluck (strings of an instrument) 
03

ηχώ με μια μυξιάρικη ηχώ, δονώμαι με μια μεταλλική ηχώ

sound with a twang 
04

κάνω να βουίζει, παράγω μια ρινική ηχητική

cause to sound with a twang 
05

τρεμούλιασμα, σπασμός

twitch or throb with pain 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store