Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tunnel vision
01
σουηδική όραση, σωληνώδης όραση
a condition in which someone can only see what is in front of them, due to their eyes are being damaged
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Tunnel vision often makes it hard to see the bigger picture, both literally and metaphorically.
Η συνηθισμένη όραση συχνά καθιστά δύσκολο να δει κανείς τη μεγαλύτερη εικόνα, τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά.
02
σουηλική όραση, στενή οπτική
a state when a person gets too focused on one thing, which can cause them to miss other important things
Παραδείγματα
The manager's tunnel vision towards cost-cutting measures led to overlooking the long-term consequences on employee morale.
Η σουηλική όραση του διαχειριστή απέναντι στα μέτρα μείωσης του κόστους οδήγησε στην αγνόηση των μακροπρόθεσμων συνεπειών στο ηθικό των εργαζομένων.



























