Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tumultuous
01
θορυβώδης, ταραχώδης
having a loud and chaotic sound, often associated with uproar or disorder
Παραδείγματα
The tumultuous applause filled the auditorium after the performance.
Οι θορυβώδεις χειροκροτήματα γέμισαν το αμφιθέατρο μετά την παράσταση.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most tumultuous
συγκριτικός βαθμός
more tumultuous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their tumultuous relationship was marked by frequent arguments and emotional turbulence.
Η ταραχώδης σχέση τους χαρακτηρίζονταν από συχνές διαφωνίες και συναισθηματική αναταραχή.
Λεξικό Δέντρο
tumultuously
tumultuousness
tumultuous



























