Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tump
01
αναποδογυρίζω, χύνω
(Southern US) to tip over or spill accidentally
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tump
γ΄ ενικό πρόσωπο
tumps
ενεστώτα μετοχή
tumping
απλός αόριστος
tumped
παθητική μετοχή
tumped
Παραδείγματα
The wind tumped the trash can into the street.
Ο άνεμος τάμπησε τον κάδο απορριμμάτων στο δρόμο.



























