Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Trustee
01
επιμελητής, διαχειριστής
a person or group of people who control the property or money that belongs to another person
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trustees
Παραδείγματα
The trustee managed the estate to ensure the beneficiaries received their inheritance according to the will.
Ο επιμελητής διαχειρίστηκε την περιουσία για να διασφαλίσει ότι οι δικαιούχοι θα λάβουν την κληρονομιά τους σύμφωνα με τη διαθήκη.
02
επίτροπος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου
a member of a governing board or organization responsible for oversight and decision-making
Παραδείγματα
The university trustee attended the board meeting.
Ο επίτροπος του πανεπιστημίου παραβρέθηκε στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου.
Λεξικό Δέντρο
trusteeship
trustee



























