trustee
trus
ˌtrʌs
τρασ
tee
ˈti
τι
/ˌtrʌsˈtiː/

Ορισμός και σημασία του "trustee"στα αγγλικά

01

επιμελητής, διαχειριστής

a person or group of people who control the property or money that belongs to another person
Παραδείγματα
The trustee made investments on behalf of the trust to grow its assets over time.
Ο επιμελητής έκανε επενδύσεις εκ μέρους της εμπιστοσύνης για να αυξήσει τα περιουσιακά της στοιχεία με την πάροδο του χρόνου.
02

επίτροπος, μέλος του διοικητικού συμβουλίου

a member of a governing board or organization responsible for oversight and decision-making
Παραδείγματα
A trustee helped draft new governance policies.
Ένας επίτροπος βοήθησε στη σύνταξη νέων πολιτικών διακυβέρνησης.

Λεξικό Δέντρο

trusteeship
trustee
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store