Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trudge
01
σέρνομαι, περπατώ με δυσκολία
to walk slowly and with heavy steps, especially due to exhaustion, difficulty, or adverse conditions
Intransitive: to trudge | to trudge somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
trudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
trudges
ενεστώτα μετοχή
trudging
απλός αόριστος
trudged
παθητική μετοχή
trudged
Παραδείγματα
She had to trudge through the sand to reach the remote beach where few tourists ventured.
Έπρεπε να περπατήσει με δυσκολία στην άμμο για να φτάσει στην απομακρυσμένη παραλία όπου λίγοι τουρίστες τολμούσαν να πάνε.
Trudge
01
επίπονη βόλτα, κουραστική πορεία
a long difficult walk
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trudges
Λεξικό Δέντρο
trudger
trudge



























