to trickle
tri
ˈtrɪ
tri
ckle
kəl
kēl
truckletickle

Ορισμός και σημασία του "trickle"στα αγγλικά

to trickle
01

στάζω, ρέω σιγά-σιγά

to flow slowly in small amounts or drops 
Intransitive: to trickle somewhere
to trickle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
trickle
γ΄ ενικό πρόσωπο
trickles
ενεστώτα μετοχή
trickling
απλός αόριστος
trickled
παθητική μετοχή
trickled
Παραδείγματα
Water trickled down the moss-covered rocks in the stream. 

Το νερό στάζει κάτω από τις βρύες που καλύπτονται από βρύα στο ρυάκι.

01

νερόραμμα, στάλαγμα

a small, slow flow of liquid 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trickles
Παραδείγματα
A trickle of water seeped from the leaky faucet. 

Μια στάλα νερού διαρρέει από το στάξιμο της βρύσης.

02

ρουά, στάλα

a small, steady flow of people moving slowly or in small numbers 
Παραδείγματα
A trickle of people entered the museum just after it opened. 

Μια στάλα ανθρώπων μπήκε στο μουσείο αμέσως μετά το άνοιγμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store