Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to trickle
01
στάζω, ρέω σιγά-σιγά
to flow slowly in small amounts or drops
Intransitive: to trickle somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
trickle
γ΄ ενικό πρόσωπο
trickles
ενεστώτα μετοχή
trickling
απλός αόριστος
trickled
παθητική μετοχή
trickled
Παραδείγματα
Water trickled down the moss-covered rocks in the stream.
Το νερό στάζει κάτω από τις βρύες που καλύπτονται από βρύα στο ρυάκι.
Trickle
01
νερόραμμα, στάλαγμα
a small, slow flow of liquid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trickles
Παραδείγματα
A trickle of water seeped from the leaky faucet.
Μια στάλα νερού διαρρέει από το στάξιμο της βρύσης.
02
ρουά, στάλα
a small, steady flow of people moving slowly or in small numbers
Παραδείγματα
A trickle of people entered the museum just after it opened.
Μια στάλα ανθρώπων μπήκε στο μουσείο αμέσως μετά το άνοιγμα.



























