tree
tree
tri:
tri
three

Ορισμός και σημασία του "tree"στα αγγλικά

01

δέντρο, δέντρο

a very tall plant with branches and leaves, that can live a long time 
tree definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trees
Παραδείγματα
I enjoyed the sweet scent of blossoms on the flowering tree. 

Απόλαυσα τη γλυκιά μυρωδιά των ανθών στο ανθισμένο δέντρο.

02

δέντρο, διακλαδισμένο σχήμα

a figure that branches from a single root 
to tree
01

τεντώνω (ένα παπούτσι) σε ένα καλούπι, βάζω (ένα παπούτσι) σε ένα καλούπι

stretch (a shoe) on a shoetree 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tree
γ΄ ενικό πρόσωπο
trees
ενεστώτα μετοχή
treeing
απλός αόριστος
treed
παθητική μετοχή
treed
02

καταδιώκω ένα ζώο μέχρι ένα δέντρο, διώχνω ένα ζώο προς ένα δέντρο

chase an animal up a tree 
03

φυτεύω δέντρα, δασοπονώ

plant with trees 
04

παγιδεύω, στριμώχνω

force a person or an animal into a position from which he cannot escape 

Λεξικό Δέντρο

treeless
treelet
treelike
tree
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store