Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tree
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
trees
Παραδείγματα
We climbed the sturdy branches of the tree to get a better view.
Ανεβήκαμε τα γερά κλαδιά του δέντρου για να έχουμε καλύτερη θέα.
02
δέντρο, διακλαδισμένο σχήμα
a figure that branches from a single root
to tree
01
τεντώνω (ένα παπούτσι) σε ένα καλούπι, βάζω (ένα παπούτσι) σε ένα καλούπι
stretch (a shoe) on a shoetree
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
tree
γ΄ ενικό πρόσωπο
trees
ενεστώτα μετοχή
treeing
απλός αόριστος
treed
παθητική μετοχή
treed
02
καταδιώκω ένα ζώο μέχρι ένα δέντρο, διώχνω ένα ζώο προς ένα δέντρο
chase an animal up a tree
03
φυτεύω δέντρα, δασοπονώ
plant with trees
04
παγιδεύω, στριμώχνω
force a person or an animal into a position from which he cannot escape
Λεξικό Δέντρο
treeless
treelet
treelike
tree



























