Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Treadle
01
πετάλι, μοχλός που λειτουργεί με το πόδι
a lever that is operated with the foot
02
πετάλι, πλάκα επαφής
a mechanical device activated by the weight or movement of a train's wheels, typically used to trigger signals or track switches
Παραδείγματα
Treadles play a crucial role in maintaining the overall safety and efficiency of railway operations worldwide.
Τα πετάλια παίζουν καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της συνολικής ασφάλειας και της αποτελεσματικότητας των σιδηροδρομικών εργασιών παγκοσμίως.
to treadle
01
λειτουργώ (μηχανήματα) με πεντάλ, χρησιμοποιώ πεντάλ για να λειτουργήσω (μηχανήματα)
operate (machinery) by a treadle
02
ποδοπατώ, περπατώ πάνω
tread over



























