treachery
Pronunciation
/ˈtɹɛtʃɝi/

Ορισμός και σημασία του "treachery"στα αγγλικά

01

προδοσία, απιστία

the act of showing disloyalty to someone's trust
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

προδοσία, απιστία

the state of not being trustworthy or loyal
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store