Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Treachery
01
προδοσία, απιστία
the act of showing disloyalty to someone's trust
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
treacheries
02
προδοσία, απιστία
the state of not being trustworthy or loyal
LanGeek



























