Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to transmogrify
01
μεταμορφώνω, μετατρέπω
to completely transform something into a different form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
transmogrify
γ΄ ενικό πρόσωπο
transmogrifies
ενεστώτα μετοχή
transmogrifying
απλός αόριστος
transmogrified
παθητική μετοχή
transmogrified
Παραδείγματα
The magical potion had the ability to transmogrify the protagonist into any creature they desired for a limited time.
Το μαγικό φίλτρο είχε την ικανότητα να μεταμορφώνει τον πρωταγωνιστή σε οποιοδήποτε πλάσμα επιθυμούσε για περιορισμένο χρονικό διάστημα.



























