Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Transmittance
01
διαπερατότητα, μετάδοση
the fraction or percentage of light or electromagnetic radiation that passes through a substance or medium
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The transmittance of the glass allowed most of the sunlight to pass through into the room.
Η διαπερατότητα του γυαλιού επέτρεψε στο μεγαλύτερο μέρος του ηλιακού φωτός να περάσει στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
transmittance
transmit



























