Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Transmutation
01
μεταμόρφωση, μετατροπή
an act that changes the form or character or substance of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
transmutations
02
μεταστοιχείωση, ποιοτική αλλαγή
a qualitative change
03
μεταστοιχείωση, μετατροπή
(physics) the change of one chemical element into another (as by nuclear decay or radioactive bombardment)



























