Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to tramp
01
περπατώ, περιπλανιέμαι
to journey on foot, often covering great distances with a sense of purpose or exploration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
tramp
γ΄ ενικό πρόσωπο
tramps
ενεστώτα μετοχή
tramping
απλός αόριστος
tramped
παθητική μετοχή
tramped
Παραδείγματα
Seeking adventure, they tramped through the dense jungle, discovering hidden waterfalls and exotic wildlife.
Ψάχνοντας για περιπέτεια, περπάτησαν μέσα από το πυκνό δάσος, ανακαλύπτοντας κρυμμένους καταρράκτες και εξωτική άγρια ζωή.
02
περπατώ βαριά, ποδοπατώ
walk heavily and firmly, as when weary, or through mud
03
περιφέρομαι, περιπλανιέμαι
move about aimlessly or without any destination, often in search of food or employment
04
περπατώ, διασχίζω με τα πόδια
cross on foot
Tramp
01
αλήτης, επαίτης
a person who has no home and wanders from place to place
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tramps
Παραδείγματα
The tramp asked for food outside the shop.
Ο αλήτης ζήτησε φαγητό έξω από το κατάστημα.
02
μεγάλος περίπατος, περιπάτημα
a long walk usually for exercise or pleasure
03
τραμπ, εμπορικό πλοίο χωρίς κανονικό δρομολόγιο
a commercial steamer for hire; one having no regular schedule
04
βαρύ βήμα, βαρύ πάτημα
a heavy footfall
05
πόρνη, τσούλα
a woman regarded as sexually promiscuous or immoral
προσβλητικό
αργκό
Παραδείγματα
The jealous ex spread rumors calling her a dirty tramp around town.
Ο ζηλιάρης πρώην έσπειρε φήμες αποκαλώντας την πόρνη σε όλη την πόλη.
06
πεζοπόρος, περιπατητής
a foot traveler; someone who goes on an extended walk (for pleasure)
Λεξικό Δέντρο
tramper
tramp



























