toxic
tox
ˈtɒk
tok
ic
sɪk
sik
tonictopic

Ορισμός και σημασία του "toxic"στα αγγλικά

01

τοξικός

consisting of poisonous substances 
toxic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most toxic
συγκριτικός βαθμός
more toxic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The toxic fumes emitted by the factory posed a serious threat to the health of nearby residents. 

Οι τοξικές αναθυμιάσεις που εκπέμπονταν από το εργοστάσιο αποτελούσαν σοβαρή απειλή για την υγεία των γειτόνων.

02

τοξικός, δηλητηριώδης

resulting from or related to poisonous substances 
Παραδείγματα
Consuming contaminated food can lead to toxic reactions in the body, causing illness or even death. 

Η κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων μπορεί να οδηγήσει σε τοξικές αντιδράσεις στο σώμα, προκαλώντας ασθένεια ή ακόμη και θάνατο.

03

τοξικός, επιβλαβής

harmful, damaging, or unhealthy in behavior, attitude, or relationships 
αργκό
Παραδείγματα
That friendship is toxic; you should leave it. 

Αυτή η φιλία είναι τοξική· πρέπει να την εγκαταλείψεις.

Λεξικό Δέντρο

antitoxic
intoxicate
nontoxic
toxic
tox
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store