township
Pronunciation
/ˈtaʊnʃɪp/

Ορισμός και σημασία του "township"στα αγγλικά

01

δήμος, επαρχία

an administrative division of a county
township definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
townships
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store