Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Towrope
01
σχοινί ρυμούλκησης, σχοινί έλξης
(nautical) a rope used in towing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
towropes
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
towrope
tow
rope



























