towrope
tow
ˈtəʊ
τεου
rope
rəʊp
ρεουπ
tow rope

Ορισμός και σημασία του "towrope"στα αγγλικά

01

σχοινί ρυμούλκησης, σχοινί έλξης

(nautical) a rope used in towing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
towropes

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

towrope

tow

+

rope

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store