Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Township
01
δήμος, επαρχία
an administrative division of a county
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
townships
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
township
town



























