touchstone
Pronunciation
/ˈtətʃˌstoʊn/

Ορισμός και σημασία του "touchstone"στα αγγλικά

01

δοκιμαστήριος λίθος, κριτήριο

a standard or criterion used to assess the quality or value of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
touchstones
Παραδείγματα
The policy serves as a touchstone for future decisions in the organization.
Η πολιτική λειτουργεί ως κριτήριο για μελλοντικές αποφάσεις στον οργανισμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store