touchstone
touch
ˈtʌʧ
τατσ
stone
stəʊn
στεουν

Ορισμός και σημασία του "touchstone"στα αγγλικά

01

δοκιμαστήριος λίθος, κριτήριο

a standard or criterion used to assess the quality or value of something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
touchstones
Παραδείγματα
The novel became a touchstone for modern literature. 

Το μυθιστόρημα έγινε κριτήριο για τη σύγχρονη λογοτεχνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store