tomb
Pronunciation
/ˈtum/

Ορισμός και σημασία του "tomb"στα αγγλικά

01

τάφος, μνημείο

an overground or underground grave that is large in size and is often made of stone
tomb definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tombs
Παραδείγματα
The tomb was sealed to protect the remains inside from damage.
Ο τάφος σφραγίστηκε για να προστατευθούν τα λείψανα στο εσωτερικό από ζημιές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store