tombstone
tomb
ˈtum
τουμ
stone
ˌstoʊn
στουν
/tˈuːmstə‍ʊn/

Ορισμός και σημασία του "tombstone"στα αγγλικά

01

ταφόπλακα, επιτύμβια στήλη

a stone that is used to mark a grave
tombstone definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tombstones
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store